Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Σώπασε κυρ Πολιτικέ Και μη ψευτοδακρύζεις Ήταν δικό σου το γραφτό Η Πόλη να τουρκέψει. Πάλι με χρόνους με καιρούς Πάλι τα ίδια θα γίνουν. Στο σαρίκι η πατρίδα να πουληθεί, Να δανείζεται από την τιάρα, Γιατί ΄ναι άπληστο θεριό Όλη η δική σου φάρα



Σχόλιο: Η ιστορία δεν υπάρχει μόνο, για να απολαμβάνουμε το μεγαλείο των προγόνων μας, αλλά γνωρίζοντας την, να αποφεύγουμε τα ίδια και τα ίδια λάθη.
Εάν η χρεία τες κουρταλή.
(Από τον ‘’Ύμνο εις την Ελευθερία’’. Δ. Σολωμός)
Τα χρόνια πριν από την Άλωση της Πόλης ήταν πολύ δύσκολα.
Εκτός από τις δολοπλοκίες εντός του παλατιού, οι Βυζαντινοί είχαν εμπλακεί και στις διαμάχες διαδοχής στην αυλή των Τούρκων.
Από τις αρχές του 1422 ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ άρχισε την πολιορκία της Θεσσαλονίκης, ενώ ταυτόχρονα οδήγησε τον κύριο όγκο του στρατού του έξω από τα τείχη της Πόλης, και έχτισε ένα τεράστιο οχυρό έξω από τα Χερσαία Τείχη, που κάλυπτε την απόσταση από τον Μαρμαρά ως τον Κεράτιο κόλπο.
Από το οχυρό οι στρατιώτες του εκσφενδόνιζαν με καταπέλτες τα βλήματά τους, ενώ οι αμυνόμενοι έδειχναν θάρρος και αποφασιστικότητα.
Αυτοκράτορας εκείνο τον καιρό ήταν ο Μανουήλ Β΄Παλαιολόγος (1391-1425).
Ο μεγαλύτερος γιός του Μανουήλ, ο Ιωάννης ο Η΄ ανήκε στην φιλοπόλεμη φατρία της Κωνσταντινούπολης, είχε δε εκπαιδευτεί επιμελώς από τον πατέρα του για την ανάληψη του αυτοκρατορικού θρόνου.
Εν τω μεταξύ η πολιορκία της Θεσσαλονίκης συνεχιζόταν, αλλά την Άνοιξη του 1423 βαρύς λιμός έπεσε στην πόλη.
Ο δεύτερος γιος του Μανουήλ, ο Ανδρόνικος, ανάπηρος από τα 23 του από ελεφαντίαση, ανίκανος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του να προασπίσει την Θεσσαλονίκη, πήρε μια φοβερή απόφαση, με την σύμφωνη όμως γνώμη του πατέρα και του αδελφού του.
Πρόσφερε την πόλη στη Βενετία. Εξήγησε στους Βενετούς ότι δεν μπορούσε να αναλάβει την σωτηρία της Θεσσαλονίκης, και αν αυτοί αναλάβουν αυτό το φορτίο, τουλάχιστον να διατηρήσουν τους πολιτικούς και θρησκευτικούς θεσμούς.
Οι Βενετοί ύστερα από κάποιον δισταγμό συμφώνησαν. Δύο αντιπρόσωποι του Δόγη έφυγαν για την Θεσσαλονίκη, με έξη μεταγωγικά πλοία, φορτωμένα τρόφιμα και προμήθειες, και στις 14 Σεπτεμβρίου 1423, το λάβαρο του Αγίου Μάρκου κυμάτιζε πάνω από τα τείχη.
Καθώς η χρονιά τελείωνε, ο Ιωάννης Παλαιολόγος απηύθυνε μια τελευταία έκκληση προς τη Δύση. Πίστευε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να αντιληφθεί το μέγεθος του κινδύνου. Αν έπεφτε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια του Σουλτάνου, κανείς δεν θα μπορούσε να σταματήσει την προέλασή του και δυτικά.
Έφυγε με πλοίο στις 15 Νοεμβρίου κι επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα, αφού επισκέφτηκε τη Βενετία, το Μιλάνο, την Μάντουα και την Ουγγαρία, χωρίς ωστόσο επιτυχία.
Όταν γύρισε στην Πόλη, η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη. Είχε συναφθεί ειρήνη με τον Σουλτάνο, και έτσι ο λαός της Πόλης μπορούσε να αναπνέει για λίγο καιρό ακόμη ελεύθερος.
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, γέρος και καθηλωμένος στο κρεβάτι από εγκεφαλικό, με το μυαλό του όμως καθαρό, παρακολουθώντας τις ενέργειες του γιού του για την σωτηρία της Πόλης, είπε στον φίλο του, ιστορικό Γεώργιο Φραντζή: ‘’Σε άλλες στιγμές της ιστορίας μας, ο γιός μου θα μπορούσε να είναι ένας μεγάλος Βασιλεύς. Όμως τώρα η αυτοκρατορία μας δε χρειάζεται ένα μεγάλο Βασιλιά, αλλά έναν καλό διαχειριστή. Και φοβάμαι ότι τα μεγαλεπήβολα σχέδια και οι προσπάθειές του θα φέρουν την ερήμωση σε τούτον τον οίκο.’’
Στις 21 Ιουλίου του 1425, ο Μανουήλ πέθανε σε ηλικία 75 χρόνων και ανέβηκε στο θρόνο ο ηλικίας 32 ετών Ιωάννης ο Η΄Παλαιολόγος.
Η αυτοκρατορία παρουσίαζε μια ζοφερή εικόνα και ουσιαστικά περικλειόταν από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Κατά το πρώτο τέταρτο του 15ου αιώνα ύστερα από τρεις πολιορκίες και πολλές επιδημίες πανώλους, ο πληθυσμός της είχε μειωθεί δραματικά, οι κάτοικοι ίσως ήταν λιγότεροι από πενήντα χιλιάδες.
Η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική, το πλουσιότερο και πλέον πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, η Κωνσταντινούπολη, είχε δει το εμπόριό της να περνά στα χέρια των Βενετών και των Γενοβέζων, και ελάχιστοι ήταν οι τελωνειακοί δασμοί που εισέρεαν στα ταμεία.
Η υποτίμηση του νομίσματος ήταν φαινόμενο επαναλαμβανόμενο, ενώ το σύστημα διανομής τροφίμων συχνά κατέρρεε.
Οι πολίτες ήταν χρονίως υποσιτιζόμενοι και ο αδύναμος οργανισμός τους, επέτρεπε την ανεξέλεγκτη εξάπλωση διαφόρων επιδημιών.
Η έλλειψη χρημάτων και εργατικού δυναμικού ήταν παντού φανερή. Πολλές από τις εκκλησίες ήταν σαν άδειοι σκελετοί. Ο Μέγας Ιππόδρομος του Κωνσταντίνου, χρησιμοποιούνταν μόνο ως γήπεδο για έφιππο πόλο, ενώ το αυτοκρατορικό Παλάτι των Βλαχερνών, είχε αρχίσει να γκρεμίζεται.
Τα Χερσαία Τείχη ήταν ακόμη ανέπαφα, αλλά καθημερινά λιγόστευαν οι σωματικά ικανοί άντρες και γυναίκες που θα μπορούσαν να τα υπερασπιστούν. Ελάχιστοι ήταν οι ευφυείς άνθρωποι που έτρεφαν πλέον ελπίδες σωτηρίας.
Η Δυτική Ευρώπη ήταν φανερά αναξιόπιστη.
Οι Τούρκοι, ύστερα από μια σύντομη οπισθοδρόμηση ήταν και πάλι ισχυροί, κάτω από την ηγεσία του Μουράτ.
Κατά τα πέντε χρόνια της νέας βασιλείας τα πράγματα πήγαιναν καλά στην Πελοπόννησο. Αντίθετα όμως ήταν για την Θεσσαλονίκη .Οι Τούρκοι είχαν διατηρήσει τον αποκλεισμό της και οι Βενετοί ύστερα από λίγο, αντί να καταστήσουν την πόλη μια δεύτερη Βενετία, όπως είχαν υποσχεθεί, είχαν μετανιώσει βαθύτατα που είχαν δεχθεί να την βοηθήσουν.
Στις 26 Μαρτίου του 1430 κατέφθασε ο ίδιος ο Μουράτ και την κατέλαβε μέσα σε λίγες ώρες. Ακολούθησε η συνηθισμένη φρενίτιδα φόνων και λεηλασιών. Όλες οι εκκλησίες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Τα παλάτια των ευγενών απογυμνώθηκαν και πυρπολήθηκαν. Έπειτα από τρεις μέρες σφαγών, ο Μουράτ έδωσε γενική αμνηστία και κάλεσε τους κατοίκους να επιστρέψουν.
Όσο για τους κυβερνήτες της πόλης, Βενετούς, αυτοί κατάφεραν να φτάσουν στο λιμάνι και μ΄ένα πλοίο κατέφυγαν στην Εύβοια, που ήταν βενετσιάνικο έδαφος.
Τα νέα για την πτώση της Θεσσαλονίκης έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη την ίδια στιγμή με την πληροφορία ότι ο Π άπας Μαρτίνος ο Ε΄ συγκαλούσε μια Σύνοδο των Εκκλησιών στη Βασιλεία, το 1431.
Στον Ιωάννη αυτό φάνηκε σαν μια αχτίδα ελπίδας. Αντιπρόσωποι από όλα τα χριστιανικά έθνη της Δύσης θα συγκεντρώνονταν εκεί, ίσως μια έκκληση των Βυζαντινών εύρισκε ευήκοα ώτα. Για διάφορους λόγους η Σύνοδος αναβλήθηκε για επτά χρόνια, και ως έδρα της ορίστηκε η Φεράρα.
Ο Ιωάννης άφησε τον αδελφό του Κωνσταντίνο, ως Αντιβασιλέα, και το Νοέμβριο του 1437 ξεκίνησε το ιστορικό ταξίδι του, παίρνοντας μαζί του μια ακολουθία επτακοσίων ατόμων.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι πιο διακεκριμένοι κληρικοί της Ανατολής. Ο ίδιος ο Πατριάρχης, Ιωσήφ ο Β΄, δεκαοκτώ Μητροπολίτες όπως ο Βησσαρίων της Νίκαιας, και ο Ισίδωρος, Επίσκοπος του Κιέβου. Μεταξύ των λαϊκών ήταν ο Γεώργιος Σχολάριος, και ο πλέον σεβαστός Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, από τον Μυστρά.
Ο υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και εξέχουσα φυσιογνωμία ήταν ο Μάρκος Ευγενικός, Μητροπολίτης Εφέσου.
Ο αυτοκράτορας πήρε μαζί του και τον αδελφό του Δημήτριο. Ήξερε ότι ήταν μηχανορράφος και τον ήθελε πλάι του για να τον ελέγχει.
Η Σύνοδος άρχισε άσχημα. Υπήρχαν πολλά οδυνηρά θέματα πρωτοκόλλου και πρωτοκαθεδρίας. Τόσο ο αυτοκράτορας, όσο και ο Πάπας απαιτούσαν σεβασμό. Το πρόβλημα για το πώς θα στήνονταν οι θρόνοι τους στον καθεδρικό ναό, φάνηκε σχεδόν αξεπέραστο.
Ο Ιωάννης δεν ήθελε να εμφανιστεί ως ικέτης, αλλά ως μονάρχης μιας μεγάλης Χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Όμως ποιόν θα εντυπωσιάσει αφού είχε έρθει να ζητήσει βοήθεια από τους Ευρωπαίους ηγεμόνες. Ο καιρός περνούσε και κανείς από τους Ευρωπαίους ηγεμόνες δεν εμφανίζονταν.
Οι Λατίνοι ανυπομονούσαν, ο δε Πάπας που ήταν υπεύθυνος για την σίτιση και την στέγαση της πολυμελούς ελληνικής αποστολής, έβλεπε τα οικονομικά του αποθέματα να μειώνονται.
Τον Αύγουστο του 1438 έκανε την εμφάνισή της η πανώλη.
Οι Έλληνες έδειχναν να έχουν ανοσία, αλλά η θνησιμότητα μεταξύ των Λατίνων αντιπροσώπων ήταν μεγάλη και άρχιζαν να οργίζονται με τους φιλοξενουμένους τους, αλλά και οι Βυζαντινοί έχαναν την υπομονή τους. Ύστερα από απουσία ενός χρόνου από τα σπίτια τους δεν είχαν καταφέρει τίποτε.
Εξάλλου ήταν πλέον ολοφάνερο ότι κανείς Ευρωπαίος ηγεμόνας δεν είχε πρόθεση να παραστεί στην Σύνοδο.
Οι συζητήσεις άρχισαν επίσημα στις 8 Οκτωβρίου και τελείωσαν στις 13 Δεκεμβρίου και συμφωνία δεν φαινόταν στον ορίζοντα.
Τότε ο Πάπας κατάφερε να πείσει τους συνοδικούς να μετακινηθούν στην Φλωρεντία, ελπίζοντας ότι ο οίκος των Μεδίκων θα βοηθούσε οικονομικά.
Οι συνεδριάσεις επαναλήφθηκαν περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 1439. Οι Έλληνες κουρασμένοι, ανυπόμονοι, με νοσταλγία για την πατρίδα και πεινασμένοι, έδειξαν πιο πρόθυμοι για συμβιβασμούς.
Περί τα τέλη Μαρτίου είχαν συμφωνήσει με την λατινική διατύπωση, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορευόταν από τον Πατέρα και τον Υιό ( ex Patre Filiogue procedit).
Γύρω στα μέσα του καλοκαιριού συμφώνησαν και σε άλλα κορυφαία ζητήματα και στις 5 Ιουλίου υπογράφηκε ο ‘’Όρος της Ενώσεως’’. Ο Μάρκος Ευγενικός ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να υπογράψει τις λατινικές απόψεις.
Την επομένη ο ‘’Όρος της Ενώσεως’’ ανεγνώσθη δημοσίως, τόσο στα Ελληνικά, όσο και στα λατινικά στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας. Η λατινική μετάφραση άρχιζε με τις λέξεις Laetentur coeli ‘’Ας αγάλλονται οι ουρανοί’’.
Σύντομα έγινε φανερό ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο.
Τον Φεβρουάριο του 1440 ο Ιωάννης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Η επάνοδος στην πατρίδα τον γέμισε θλίψη. Η αγαπημένη του σύζυγος είχε πεθάνει, η Σύνοδος της Φλωρεντίας είχε σχεδόν καθολικά καταδικαστεί, ενώ αυτοί που είχαν υπογράψει δέχονταν ύβρεις ως απόβλητοι της κοινωνίας και προδότες της Πίστεως, καθώς και προπηλακισμούς.
Οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, καθαίρεσαν τους αντιπροσώπους που είχαν υπογράψει εξ ονόματός τους.
Ο Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός που δεν είχε υπογράψει, είχε γίνει ήρωας.
Ο αδελφός του αυτοκράτορα, Δημήτριος, προσπάθησε να καταλάβει τον θρόνο, δεν τα κατάφερε, αλλά αυτό το πραξικόπημα ήταν το σύμπτωμα μιας μεγαλύτερης δυσαρέσκειας.
Με την Εκκλησία θεωρητικά επανενωμένη ο Πάπας –τώρα ήταν ο Ευγένιος ο Δ΄-,έπρεπε να οργανώσει την Σταυροφορία που είχαν υποσχεθεί κατά των εχθρών του Βυζαντίου, η οποία άρχισε το καλοκαίρι του 1443.
Δυστυχώς όμως μετά από πολλές μάχες, αυτή η τελευταία Σταυροφορία κατέληξε σε καταστροφή. Ήταν Νοέμβριος του 1444 όταν ο Σουλτάνος περνώντας τα Στενά, εξόντωσε τον ευρωπαϊκό στρατό, και η καταστροφή αυτή σήμαινε την κατάρρευση του έργου του Ιωάννη, την ματαίωση των διπλωματικών του σχεδιασμών, το τέλος όλων των ελπίδων.
Συνειδητοποίησε ότι για να πραγματοποιηθεί αυτή η Σταυροφορία, είχε προδώσει την Εκκλησία του και είχε επισύρει το μίσος και την περιφρόνηση της συντριπτικής πλειονότητας των υπηκόων του. Στις 31 Οκτωβρίου του 1448 ο Ιωάννης πέθανε άτεκνος, στην Κωνσταντινούπολη, σε ηλικία μόλις 56 ετών. Οι απογοητεύσεις των τελευταίων χρόνων τον είχαν μεταβάλει σε ένα θλιμμένο και καταβεβλημένο ανθρωπάκι.
Δεν θα υπάρχει πια Σταυροφορία, και κανένας δεν πίστευε τώρα ότι η Αυτοκρατορία μπορούσε να διασωθεί.
Ο Μανουήλ είχε παρατηρήσει πως η Αυτοκρατορία δεν είχε ανάγκη ένα μεγάλο Βασιλιά, αλλά ένα ικανό διαχειριστή. Ο Ιωάννης δεν ήταν τίποτε από τα δυό.
Το Βυζάντιο καταδυναστευόμενο από τα εσωτερικά προβλήματα, με τις δολοπλοκίες της καμαρίλας, της συνωμοσίες των ευνούχων, τις διαμάχες για την εξουσία των αξιωματούχων, τις διενέξεις των ‘’Ενωτικών’’ και των ‘’Ανθενωτικών’’, άλλοι να προτιμούν την τιάρα και άλλοι το σαρίκι και τις εξωτερικές απειλές, δεν χρειαζόταν παρά την χαριστική βολή.
Η στιγμή αυτή πλησίαζε γοργά και στις 29 Μαΐου του 1453 ο νέος σουλτάνος, ο 21 ετών Μωάμεθ έμπαινε θριαμβευτής μέσα σε ένα όργιο σφαγών και ολέθρου στην Αγιά Σοφιά, ακουμπούσε την κεφαλή του στο έδαφος για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Θεό του. Η Αγιά Σοφιά ήταν τώρα τζαμί.
Βγαίνοντας έξω, διέσχισε την πλατεία, κατευθυνόμενος προς το ερειπωμένο παλάτι των αυτοκρατόρων, που είχε θεμελιώσει ο Μέγας Κωνσταντίνος εντεκάμισι αιώνες πριν.
Καθώς περιπλανιόταν μέσα στις παλιές αίθουσες και τα πασούμια του σκούπιζαν την σκόνη από τα μωσαϊκά, λέγεται ότι ψιθύρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:
‘’Η αράχνη υφαίνει τα πέπλα της στο παλάτι των Καισάρων.
Η κουκουβάγια καλεί τους φρουρούς στα κάστρα της Αφρασίας’’.
(περισσότερα ‘’ Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου’’ J.J. Norwich, εκδόσεις Γκοβόστη) .
‘’Σώπασε κυρ Πολιτικέ
Και μη ψευτοδακρύζεις
Ήταν δικό σου το γραφτό
Η Πόλη να τουρκέψει.
Πάλι με χρόνους με καιρούς
Πάλι τα ίδια θα γίνουν.
Στο σαρίκι η πατρίδα να πουληθεί,
Να δανείζεται από την τιάρα,
Γιατί ΄ναι άπληστο θεριό
Όλη η δική σου φάρα’’.
Με εκτίμηση
Αγγελική Π.
olympia.gr